Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Συμμετοχή σε διεπιστημονικό συνέδριο για τη διατροφή και την παραγωγή

Με τίτλο Νάξος: παραγωγή και διατροφή σ' ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον ο Γιάννης Βάσιλας συμμετείχε με εισήγηση στο σημαντικό αυτό διεπιστημονικό συνέδριο.

Παραθέτουμε παρακάτω το κείμενο που κατέθεσε:


Είχε διερωτηθεί κάποτε ο στρατηγός Ντε Γκολ για το πώς μπορεί να κυβερνηθεί μια χώρα που παράγει 273 διαφορετικά τυριά. Από το χάος που επικρατεί στη Γαλλία τον τελευταίο καιρό βλέπουμε ότι τελικά είχε δίκιο. Ανάλογα όμως διλήμματα έχουν αντιμετωπίσει και οι αρχές εδώ στη Νάξο. Έναν τόπο με υποπολλαπλάσια έκταση και στον οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ παράγονται γύρω στα 9 είδη τυριών. Πώς να τιθασεύσεις έναν λαό που τρώει τραβηγμένο, δηλαδή ώριμο, αρσενικό –κεφαλοτύρι- με ξερά σύκα ή φρέσκα κυδώνια σαν συνοδευτικό για ρακή; Πώς να τους πειθαρχήσεις όταν τρώνε τουλουμοτύρι, ένα λευκό τυρί που ωριμάζει στο τουλούμι (έναν ασκό από δέρμα κατσίκας); Ή τριμμένο ανθότυρο πάνω σε χοντρά μακαρόνια ζεματισμένα με αγελαδινό βούτυρο; Υπάρχει βέβαια και μια άλλη εκδοχή για τον ατίθασο χαρακτήρα των ντόπιων την οποία εκθέτει ο πάτερ Ματιέ Αρντί (Mathieu Hardy) στο «Χρονικό των Ιησουιτών της Νάξου» που γράφτηκε περίπου το 1642. Εξηγεί λοιπόν ο πάτερ γιατί οι κάτοικοι του νησιού κρίνονται «άγριοι»: «Οι κάτοικοι της Νάξου πέφτουν σε τρία είδη αμαρτημάτων. Επειδή έχουν πολύ και καλό κρασί σα νησί του Βάκχου, πίνουν πολύ και εύκολα γίνονται μέθυσοι και αυτό προκαλεί ακολασία που γεμίζει το νησί με παιδιά νόθα, μπάσταρδα… Το πολύ κρασί προκαλεί διαμάχες και φιλονικίες, αλλά και από τη φύση τους ρέπουν προς τον καυγά…» Τελικά, φαίνεται πως υπάρχουν πολλοί λόγοι να είναι κανείς απείθαρχος. Πάντως, ένα μεγάλο μέρος της πρόσφατης ιστορίας του νησιού πλέκεται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο γύρω από τα τυροκομικά προϊόντα της Ορεινής Νάξου.
Η βοσκοσύνη δεν ήταν ένα απλό επάγγελμα. Ήταν μια καθημερινή συνθήκη ζωής που καθόριζε κοινωνικές σχέσεις, ανατροφοδοτούσε παραδόσεις και έθιμα. Συντηρούσε με αυτό τον τρόπο νησίδες πολιτισμού. Ενός πολιτισμού που διαμόρφωνε χαρακτήρες και συμπεριφορές, θωράκιζε την κοινωνική συνοχή, την αλληλεγγύη και τη συλλογικοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι «κουντουβερνιές», δηλαδή η ένωση κοπαδιών και βοσκοτόπων ήταν τότε κοινή πρακτική. Το κοινοτιστικό πνεύμα βέβαια εκδηλώνεται και στις γιορτές με χαρακτηριστικότερη τη γιορτή της Πληθερής.

Η ημέρα της Πληθερής, «η αποκριά του θέρους» όπως την αποκαλούν στην ορεινή Νάξο, είναι μια βοσκίστικη κινητή γιορτή με παγανιστικές καταβολές, που εξακολουθεί να γιορτάζεται μέχρι σήμερα. Τα φιλέματα, τα κεράσματα και η διάχυτη γενναιοδωρία ανάμεσα στον κόσμο είναι η ευλογία για να πληθύνουν τα «ζουλοπρόβατα».
Ο Μανόλης Ι. Ψαρράς στην εργασία του Ιστορικά και Λαογραφικά Σύμμεικτα αφηγείται με γλαφυρό τρόπο τη γιορτή της Πληθερής στο Φιλώτι:
Ποτέ μου δε θα ξεχάσω πώς περιμέναμε –εμείς τα παιδιά– τη μέρα αυτή, που θα πηγαίναμε στη μάντρα κι ο κόσμος τη λογάριαζε σαν την πρώτη μέρα του καλοκαιριού. Από την παραμονή με τις μανάδες μας κάναμε όλη την ετοιμασία· έπρεπε να βρεθούν τα κατάλληλα πήλινα και το καλάθι που στερεωμένα θα τα χωρούσε όλα μέσα. Ετοιμάζαμε τα δώρα μας για τους βοσκούς, που συνήθως ήτανε: «Σαρδέλες παστές, ένα φλασκί κρασί, καπνό ή τσιγάρα, άσπρα κορόμηλα κ.α.». Ακόμη εκανονίζαμε με τα φιλικά παιδιά της γειτονιάς ποιοι θα πηγαίναμε παρέα, τη μάντρα που θα πηγαίναμε και την ώρα που θα ξεκινούσαμε για να μη μας φάει η ζέστη.

Σαν φτάναμε, οι βοσκοί μας καλοδεχότανε παίρνοντας τα δώρα μας και τις ευκές μας· μετά μας βάζανε να καθίσωμε σε καθαρό και σκιερό μέρος και λίγο απόμερα, για να μην τους εμποδίζωμε στη δουλειά τους –το άρμεγμα, που σε λίγο θάρχιζε. […]
Σε λίγο ερχότανε κι η σειρά της διανομής, ένας ένας πήγαινε κοντά, μα το καλάθι το παραλάβαινε ένας βοσκός, για να στερεώσει καλά με χόρτα τα περιεχόμενα δοχεία, για να μην κουνάνε και τα σπάσουμε στο δρόμο. […]

Όσοι θέλανε μετά το μοίρασμα κάθιζαν στον τραπέζι που ετοιμάζανε οι βοσκοί, για να φάνε γάλα ή ξινόγαλο με μαδημένο ψωμί μέσα, με τα κεράτινα κουτάλια της μάντρας. […]
Οι νοικοκυρές από την παραμονή της Πληθερής, πήγαιναν στο χερόμυλο καμιάς γειτόνισσας κι εκόβγανε σιτάρι (το χόντρο): Τον έβαζαν κι έβραζε από νωρίς, περιμένοντας το γάλα που θαρχότανε κατά το μεσημέρι, τότε τόριχναν μέσα λίγο λίγο ανεκατέβοντάς το για ναραιώσει κι έπαιρνε μια βράση ακόμα. Σε λίγο η σούβλη, όπως λέγαμε το καλοβρασμένο σιτάρι, ανεκατωμένη με το γάλα (το απαραίτητο έθιμο της πληθερής) ήτανε έτοιμη· με μια βαθειά κουτάλα γέμιζε η νοικοκυρά τα πήλινα σκουτέλια, πούταν αράδα, σα νάτανε ριζόγαλο. Αφού κρύωνε, έπηζε κι έκανε κρούστα, ήταν έτοιμο για φάγωμα· απ’ αυτή έπρεπε να φάνε όλοι, για το καλό της μέρας κι άμα καμμιά γριά γειτόνισσα ξέραμε πως δεν έκανε σούβλη, της δίναμε το σκουτελικό της, να φάει κι αυτή για να μη βαρυγγομήσει…»

Οι άνθρωποι ήταν στριμωγμένοι από τη φτώχεια, τους πολέμους και τη μετανάστευση. Η διατροφή λιτή. Τα μικρά εκείνα οικογενειακά νοικοκυριά καθόριζαν όχι μόνο τον τρόπο παραγωγής αλλά επίσης, τη δομή και τη συνοχή της κοινότητας. Παράλληλα, η γεωργία αυτού του τύπου κράτησε ζωντανές παραδόσεις, τεχνικές, παλιές ποικιλίες σπόρων, ράτσες ζώων και πάμπολλες διατροφικές συνήθειες. Η διαφυγή από τη σκληρή ζωή ήταν τα πανηγύρια και τα γλέντια, τα τραγούδια και τα αυτοσχέδια λαϊκά δίστιχα. Ακόμη θυμάμαι τα λυπητερά λόγια που σιγοτραγουδούσαν χωρίς τη συνοδεία οργάνων τις περισσότερες φορές οι παλιοί.

«Άιντε κι αμάν αμάν
Μπείτε κοπέλια στη γραμμή όλοι να μετρηθούμε
Να δούμε πόσοι φεύγουνε και πόσοι θα στραφούνε
Ξεκουδουνώσατε τα ζα να φαίνονται θλιμμένα                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             
Γιατί θα φύγει ο βοσκός που τα ‘χει αναθρεμμένα
Μην ξανακλάψει αμνόριφο, κουδούνι μη λαλήσει
Αφού στον το-τόπο του ο Γιώργης δε θα ξαναγυρίσει»

Οι άνθρωποι υπέφεραν αλλά ήξεραν και να πορεύονται. Ζούσανε σε μια φτωχική αυτάρκεια είχαν τα πάντα αλλά και τίποτα. Ο ξεριζωμός, η ανέχεια, η καταπίεση και οι πόλεμοι ήταν μια συνθήκη ζωής εδώ κι αιώνες σ’ αυτή τη νησιωτική βραχιά. Αν ρίξουμε μια ματιά στις διατροφικές συνήθειες του πληθυσμού τον 16ο αιώνα θα δούμε ότι η επιβίωση και η παραγωγή τροφής για τους χωρικούς ήταν και παραμένει δύσκολη παρόλο που αρκετά έχουν αλλάξει. Πάντως, το τοπίο ήταν σίγουρα πολύ διαφορετικό.
Σύμφωνα με μαρτυρίες περιηγητών της εποχής, η Νάξος ήταν κατάφυτη με δάση και το κλίμα βροχερό και ψυχρό. Ο Ιστορικός Ben Slot μας λέει: «Η συγκομιδή της παραγωγής προερχόταν από αμπέλια, δημητριακά, πρόβατα, ελιές, σύκα, βαμβάκι, μουριές για μετάξι, ρεβίθια, φάβα. Τις πρώτες πορτοκαλιές τις φύτεψε ο Ιησουΐτης Ηγούμενος και Ιστορικός Ροβέρτος Σωζέ (Robert Sauger). Η πατάτα ήρθε πολύ αργότερα (όπως και σε όλη την Ελλάδα), γύρω στα 1800. Στα ορεινά υπήρχαν τόποι που οι ντόπιοι αποκαλούσαν «κήπους της Εδέμ». Στους πρόποδες του βουνού Ζας, στ’ Απεράθου, στην ευρύτερη περιοχή του Καλόξυλου, της Κωμιακής και αλλού, φύτρωναν φρουτόδεντρα, αμπέλια, βότανα, χόρτα άγρια, εκεί πολλές φορές καλλιεργούσαν και τα οπωροκηπευτικά τους.
Οι καλλιέργειες αυτές γίνονταν σε αχτιά δηλαδή αναβαθμίδες που όταν τις βλέπεις από μακριά φαντάζουν σαν μεγάλα πέτρινα σκαλοπάτια στις ράχες των βουνών. Τα αχτιά πέρα από ότι τους έδιναν τη δυνατότητα να αξιοποιούν τόπους κακοτράχαλους και δυσπρόσιτους, είχαν και μια οικολογική σπουδαιότητα αφού εμπόδιζαν τη διάβρωση και εμπλουτίζουν τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα. Δυστυχώς σήμερα διακρίνονται μόνο τα αποτυπώματά τους στα βουνά της Νάξου –όπως και άλλων νησιών- αφού τα περισσότερα έχουν εγκαταλειφθεί. Πρόσφατα μάλιστα ανακηρύχτηκαν και μνημείο της παγκόσμιας άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO. Σε κάποια χωριά της Ορεινής Νάξου –στ’ Απεράθου, στην Κόρωνο, στον Δανακό- οι περισσότεροι άντρες εργάζονταν παράλληλα και στα σμυριδορυχεία. Πριν ξεκινήσουν για τη σκληρή δουλειά τους μέσα στις στοές, έτρωγαν ένα πρωινό που οι καταβολές του χάνονται στα βάθη του χρόνου: Η κρασοψυχιά ήταν ένα κομμάτι σκληβό δηλαδή μπαγιάτικο ψωμί που μουσκευόταν μέσα σε μια κούπα γλυκό λιαστό κρασί για να στυλώσει τους εργάτες ώστε να ανταπεξέλθουν στον καθημερινό κάματο.
Η πολυδραστηριότητα ήταν και παραμένει ως ένα βαθμό μέχρι σήμερα η απάντηση στις ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης για τα χωριά της Δρυμαλίας. Η κάθε φαμελιά ασχολούνταν με πολλές αμάδες λέει ο Μανώλης Ι. Ψαρράς. Αποφεύγανε την ασχολία με ένα μόνο πράμα. Πολέμαγαν με κανένα αμπέλι, λίγες ελιές, φύτευαν σιτάρι και κριθάρι ανάμικτα που το ‘λέγαν μιγάδι, είχαν πρόβατα και κατσίκια ανάκατα. Όμως και πάλι τα έβγαζαν πέρα με μεγάλη δυσκολία. Η μετανάστευση ήταν πολλές φορές αναπόφευκτη.
Ο ξεριζωμός δεν ήταν κάτι καινούργιο, βέβαια, αφού από τα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί, οπότε και επιτράπηκε η ελεύθερη διακίνηση, η Ναξιώτες ταξίδευαν στη Σμύρνη, τα Βουρλά, την Κωνσταντινούπολη σαν εργάτες γης, ξακουστοί μάλιστα αμπελουργοί, και οι γυναίκες σαν μαγείρισσες, υπηρέτριες και παραμάνες. Τα χρόνια εκείνα, τα χρήματα που εξοικονομούνταν γίνονταν χωράφια, και οι παλαιότεροι, μπαϊλντισμένοι από αιώνες δουλείας και ξενικής εργασίας, έλεγαν: "Κάνε σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο μπορείς".

Στην μεταπολεμική περίοδο, η κτηνοτροφία και τα εμβάσματα των ξενιτεμένων στήριξαν την οικονομία των πάνω χωριών. Η οργάνωση της κτηνοτροφικής παραγωγής στο νησί, ακόμη και για αρκετό καιρό μετά την είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. παρέμεινε παραδοσιακή. Οι παραγωγοί διαφέντευαν το βιός και τα πεσκέσια. Ο μικρός κλήρος και τα άγονα ξερικά εδάφη των ορεινών νησιωτικών περιοχών δημιούργησαν κλειστές αγροτικές κοινωνίες που βασίστηκαν για την επιβίωσή τους στη συνεργατικότητα και στο ευρύ δίκτυο της εκτεταμένης οικογένειας.

Οι πρώτες όμως αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες καταγράφηκαν μετά τον πόλεμο όταν και συντελέστηκε μια μεγάλη ρήξη: Η μετάβαση από τη γεωργία της επιβίωσης στην εντατικοποιημένη γεωργία στα πεδινά του νησιού. Η εκμηχάνιση της γεωργίας και η ίδρυση του Κέντρου Σποροπαραγωγής Γεωμήλων στα μέσα της δεκαετίας του ’50, υπήρξε καθοριστική. Η πεποίθηση ήταν ότι μέσα από την ανασυγκρότηση της υπαίθρου θα αναπτυχθεί η αγροτική οικονομία.

Η εντατικοποίηση της παραγωγής πατάτας εξοβέλισε κάθε άλλη καλλιέργεια και καταδίκασε σε αφανισμό δεκάδες τοπικές ποικιλίες. Η κύρια πάντως αλλαγή που επέφερε η μονοκαλλιέργεια της πατάτας στον χαρακτήρα της αγροτικής οικονομίας ήταν οι καινούργιες λογικές που εισήγαγε, αυτές δηλαδή της συσσώρευσης και του κέρδους μέσω της μέγιστης δυνατής απόδοσης. Από εκεί, λοιπόν, που κάθε αγρότης μέσα από την πολυκαλλιέργεια αναπαρήγαγε τον ρόλο του και την ίδια του τη ζωή, τώρα εν ολίγοις μετετράπη σ’ έναν ιδιότυπο αγρότη-επιχειρηματία, που αναγκάζεται όχι μόνο να ξοδεύει μέρος του εισοδήματός του για την εκπλήρωση καθημερινών διατροφικών αναγκών, αλλά και για την κάλυψη εκείνων που προέκυψαν από την ανάδυση νέων καταναλωτικών προτύπων.

Η πλήρης μηχανοποίηση της παραγωγής από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 οδήγησε στην εκχέρσωση και της τελευταίας σπιθαμής γης, εξωθώντας έτσι στην αναζήτηση νέων υδάτινων πόρων και στην ταυτόχρονη εξάντλησή τους (αφού η πατάτα είναι υδροχαρής), αλλά και την αλόγιστη χρήση των προϊόντων της «πράσινης επανάστασης», των λιπασμάτων, δηλαδή, και των φυτοφαρμάκων. Τα οφέλη από την ανάθεση του πατατόσπορου στη Νάξο εκθειάστηκαν δεόντως από τους πολιτευτές της εποχής για ευνόητους ψηφοθηρικούς λόγους. Παρ’ όλ’ αυτά, η έμφαση στην πατάτα υποβάθμισε τις ξερικές παραδοσιακές καλλιέργειες της ελιάς και του αμπελιού και άλλων εξαιρετικών οπωροκηπευτικών προϊόντων του νησιού.

Η διαφαινόμενη οικονομική ευμάρεια από το ’70 και μετά επηρέασε τις κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις των αγροτικών κοινοτήτων όπως αναφέρει ο Μ.Σέργης: "…η καλή οικονομική επιφάνεια δημιούργησε ανθρώπους φυγόπονους, μαλθακούς, άβουλους, αλλά και υπερόπτες, δοκησίσοφους, φανατικούς….χάθηκε η κανονικότητα και η ρυθμικότητα της ζωής που επέβαλλε η επαναληπτικότητα των εκδηλώσεων, ο σύνδεσμος που κρατούσε τον κοινωνικό ιστό άρχισε να παραλύει", το κοινοτικό πνεύμα εν ολίγοις υποχώρησε…

Πάντως, η καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου ήταν αναντίστοιχη του κόπου των αγροτών και έγιναν έρμαια των πολλαπλών εξαρτήσεων της εργασίας τους. Η βιομηχανοποίηση της παραγωγής απαιτεί συνεχή βελτίωση του εξοπλισμού, που σημαίνει δανειοδοτήσεις και εξάρτηση από τις τράπεζες, αυξημένο κόστος λόγω της εκτεταμένης χρήσης αγροχημικών προϊόντων, και κύρια την παντελή έλλειψη ελέγχου στη διαμορφούμενη τιμή που εξαρτάται από τα κέφια των μεσαζόντων της καπιταλιστικής αγοράς. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, και το στιχούργημα της εποχής:

"…Ακούσετε να σας επώ τα θλιβερά μαντάτα,
απούλητη επόμεινε τσι Νάξου η πατάτα,
γιατί από την κυβέρνηση διαταγή εγκρίθη
και οι πατάτες πούρθανε πλημμύρανε την Κρήτη
Όλοι σας εφωνάζετε «ψηφίστε να μας σώσει
και σ’τσι πατάτες στο κιλό τάλληρο να μας δώσει…" 

Επιπλέον, με τα χρόνια συστηματικής καλλιέργειας τα εδάφη φτώχυναν και μολύνθηκαν από τη συνεχή χρήση χημικών λιπασμάτων, τα επιφανειακά και υπόγεια νερά όπως και το ίδιο το προϊόν έχουν καταστεί πια επικίνδυνα από τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων. Το τίμημα της πρόσκαιρης, έστω, βελτίωσης του εισοδήματος μεγάλο, όπως μαρτυρούν και τα υψηλά ποσοστά δηλητηριάσεων και καρκίνων στα λιβαδοχώρια.

Σήμερα, η παραγωγή είναι σε φθίνουσα πορεία, καθώς όλο και λιγότεροι ασχολούνται.
Το ξέρετε πολύ καλύτερα από εμένα εσείς οι Ιστορικοί, ότι η Ιστορία δεν είναι γραμμική. Όμως με την περίπτωση του τουρισμού στα νησιά, η εξέλιξη ήταν δραματική. Οι νέοι επήλυδες της Νάξου δεν Φράγκοι ή Τούρκοι, και δεν χρειάστηκαν να πολιορκήσουν κάστρα για να κυριαρχήσουν. Αντιθέτως, τους καλέσαμε εμείς οι ίδιοι. Η τουριστική ανάπτυξη που στη Νάξο ήρθε στη δεκαετία του ’80, άλλαξε οριστικά τη φυσιογνωμία του νησιού. Ο εύκολος προσπορισμός οδήγησε στην εγκατάλειψη της αγροτικής ζωής. Τα αγροτουριστικά προγράμματα λειτούργησαν σαν εργαλεία για την απένταξη των νέων αγροτών από τη γεωργία και την πρόσδεσή τους στο άρμα του τουρισμού. Η γεωργική γη υποχώρησε και συρρικνώθηκε σημαντικά προς όφελος της οικοδομής και της οικοπεδοποίησης. Η εισβολή του αστικού τοπίου μ’ όλα τα δύσμορφα χαρακτηριστικά του και η κυριαρχία του πάνω στη φύση δημιούργησε ένα νόθο περιβάλλον που δεν είναι ούτε πόλη ούτε ύπαιθρος. Αντίστοιχη ήταν και η μεταβολή στους χαρακτήρες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Η κατίσχυση του τουρισμού στην οικονομία συνέτεινε στην ταυτόχρονη αποδόμηση των κοινοτικών δεσμών και την περιθωριοποίηση κάθε άλλης παραγωγικής δραστηριότητας.

Ο τουρισμός έγινε η βαριά βιομηχανία των νησιών. Οι αλλαγές ήταν σαρωτικές. Την πρώτη περίοδο θα νόμιζε κανείς ότι οι πρόγονοί μας τρέφονταν μόνο με χωριάτικες, τζατζίκι, σουβλάκι και μουσακά. Σιγά- σιγά η κρέμα γάλακτος, ο σολομός και αργότερα τα σούσι μας φαίνονται πιο οικεία από το τουλουμοτύρι ή το αρσενικό. Περάσαμε πολύ γοργά από το στάδιο της δημώδους κουζίνας στην καρμπονάρα και μετά στις κουζίνες των εκλεπτυσμένων γεύσεων και της υψηλής αισθητικής. Από την ταβέρνα στα γκουρμέ εστιατόρια, από τις παρέες στην επιδειξιομανία και τον ψευτοκοσμοπολιτισμό. Έτσι κι αλλιώς, ο χρόνος είναι πλέον πολύ πυκνός, όμως στις μέρες μας αυτός ο μιμητισμός άφησε πίσω του ένα πολιτισμικό κενό.

Κάτι αντίστοιχο συντελέστηκε και σε άλλους τομείς. Στην αμπελουργία, για παράδειγμα, για μια περίοδο γεμίσαμε Καμπερνέ και Σαρντονέ. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια και να προηγηθεί μια δουλειά από πρωτοπόρους οινοποιούς για να αντιληφτούμε τον πλούτο των γηγενών ποικιλιών.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι του νησιού, ζαλωμένοι μ’ ένα σωρό προβλήματα, είχαν σαν μοναδική στήριξη από το κράτος τις διάφορες κοινοτικές επιχορηγήσεις. Στην πραγματικότητα βέβαια η κρατική παρέμβαση ήταν περισσότερο μια μορφή ελέγχου και ποδηγέτησης παρά υποστήριξης. Αφού πέρα από την Κοινοτική Αγροτική Πολιτική φτιαγμένη στα μέτρα των Βρυξελλών δεν υπήρχε συνολικότερη στρατηγική. Ο παραδοσιακός αγρότης έμελλε ή να παραιτηθεί ή να επιβιώνει χωρίς προοπτική. Το μέλλον των Κυκλάδων ήταν ο τουρισμός, η αγροτική παραγωγή θα ήταν συμπληρωματική και θα συνίστατο σε επώνυμα προϊόντα καμωμένα από μικρές οργανωμένες τυροκομικές ή άλλες μονάδες. Ο αγροκτηνοτροφικός πλούτος που παράγεται από τους μικροκαλλιεργητές, το οικογενειακό πλεόνασμα που διοχετευόταν σε μια εσωτερική κατανάλωση και διατηρούσε τη σχέση της πόλη με τη μικρή αγροτική κοινότητα επιβιώνει ακόμα στη Νάξο σε πείσμα των καιρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο νησί η αδιαφορία (στα όρια της σκοπιμότητας) των αρχών για την επίλυση των σύνθετων προβλημάτων του αγροτικού κόσμου και την επί χρόνια απαγόρευση της διάθεσης των τυροκομικών προϊόντων των ορεινών περιοχών που παράγονται από απαστερίωτο αιγοπρόβειο γάλα, οδήγησε πολλούς κτηνοτρόφους στην απογοήτευση και στην εγκατάλειψη της δραστηριότητάς τους –σημειώνω ότι έως σήμερα το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της παραγωγής διατίθεται μόνο στην αγορά του νησιού. Το καθεστώς σιωπηρής ανοχής εκ μέρους των αρχών καθιστούσε τους τυροκόμους ομήρους στην καλή προαίρεση του εκάστοτε βουλευτή ή υπουργού και η κάθε εξυπηρέτηση έπλεκε το υφάδι ενός πολυδαίδαλου πελατειακού συστήματος.
Αυτή η γεωργία της επιβίωσης –που όμως καθόρισε τον κοινωνικό χαρακτήρα των ορεινών χωριών του νησιού– έχει άραγε μέλλον στο νέο περιβάλλον της εντατικοποιημένης γεωργίας, του ασφυκτικού κρατικού ελέγχου, της υπερφορολόγησης και της κυριαρχίας των πολυεθνικών; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση μένει να δοθεί ανάλογα με τη στάση που θα κρατήσουν οι ίδιοι οι παραγωγοί.

Θα κλείσω με μια μικρή βιωματική ιστορία που καταδεικνύει πώς επέδρασαν οι μεταβολές αυτές στη ζωή των ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στο μεταίχμιο διαφορετικών εποχών. Στη δεκαετία του ’70 ο παππούς μου ο Βασίλης και η γιαγιά μου η Ευδοκία με καταγωγή από τον Δανακό, ένα ορεινό χωριό όπου και είχαν ζήσει όλη τους τη ζωή, με την προτροπή των παιδιών τους μετακόμισαν στην Αθήνα για να γλιτώσουν από την υγρασία, τα κρύα και τις δυσκολίες του χωριού. Ο παππούς μου είχε ταξιδέψει εκτός χωριού δυο φορές. Την πρώτη όταν έφυγε επιστρατευμένος στη μικρασιατική εκστρατεία, όπου σε μια υποχώρηση του ελληνικού στρατού χάθηκε και περιπλανήθηκε σχεδόν έναν χρόνο ωσότου καταφέρει να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Και τη δεύτερη φορά στη διάρκεια της Κατοχής, όταν και βρέθηκε για ένα μικρό διάστημα στην Αθήνα. Η γιαγιά άντε να είχε φτάσει μέχρι τη Χώρα.

Σε προχωρημένη πια ηλικία, αλλά με αρκετή ζωντάνια και σπιρτάδα κι οι δυο τους, έμοιαζαν παράταιροι μέσα στο διαμέρισμα. Δεν ήξεραν πώς να κινηθούν και πού να κάτσουν, δεν κατάφεραν ποτέ να έχουν την προσήκουσα συμπεριφορά ενός ενοίκου πολυκατοικίας. Η γιαγιά μου για παράδειγμα καθόταν πάντα με την πλάτη της γυρισμένη στην τηλεόραση, κάτι που μου προκαλούσε πάντα απορία. Μετά την πρώτη βδομάδα στο διαμέρισμα παρέμεναν ανήσυχοι και ταυτόχρονα έδειχναν μια παραίτηση. Ήξεραν ότι η εποχή τους είχε τελειώσει, ο κόσμος που γνώρισαν και έζησαν χάθηκε μέσα στις ανέσεις. Η κουζίνα μαγείρευε πια χωρίς ξύλα, το ψυγείο συντηρούσε τα τρόφιμα χωρίς κόπο, χωρίς να κρεμάς τα ευπαθή προϊόντα στο φανάρι ή να ξεραίνεις άλλα κρεμασμένα στο κατώι, η τηλεόραση αντικαθιστούσε την επικοινωνία, τα πορσελάνινα μπιμπελό θύμιζαν μέρη που δεν πάει ποτέ κανείς τους. Ήταν δυστυχισμένοι. Γι’ αυτό και ο παππούς έφευγε απροειδοποίητα και πήγαινε πίσω στο χωριό. Η επιμονή του ήταν τέτοια που στο τέλος οι γονείς μου υποχώρησαν, τους άφησαν να ζήσουν τα λίγα χρόνια που τους είχαν απομείνει όπως είχαν μάθει. Έζησαν το τελευταίο διάστημα της ζωής τους στο χωριό με λίγο λάδι δικό τους, με τις ασκούδες τους –ένα είδος ελιάς πολύ αγαπητό- τα ξερά τους σύκα, τα αμύγδαλα και τα καρύδια, τα θύμια και τα φασκόμηλα, τα τυριά που παλαίωναν πάνω στις ξύλινες τάβλες, το γάλα που άρμεγαν από τα δυο τους κατσίκια, τη μεθύρα με το κρασί και τις μποτίλιες με τη ρακή. Δεν ξέρω αν πέθαναν ευτυχισμένοι. Ήταν κι οι δυο τους άνθρωποι κακοπαθημένοι που το τέλος τους βρήκε να ζουν σαν δυο παρελθοντικές ανορθογραφίες σε μια ραγδαία μεταβαλλόμενη εποχή. Μια εποχή που η βιοπάλη επιβραβευόταν με την κατανάλωση και που οι δικές τους διατροφικές συνήθειες έγιναν καταναλωτικά πρότυπα και χίμαιρες προς τουριστική αξιοποίηση.

Φέτος στη Νάξο ο δήμος πρότεινε στους αγρότες να τους αγοράσει το νερό για την τουριστική βιομηχανία και αυτοί να παρατήσουν τις καλλιέργειές τους. Ευτυχώς οι παραγωγοί αρνήθηκαν. Η έντονη λειψυδρία των τελευταίων χρόνων οδήγησε στην όξυνση των αντιθέσεων και οδήγησε στην αντιπαράθεση ανάμεσα στον τουρισμό και τη γεωργία.

Ο Γάλλος δημοσιογράφος Λακλερέ στο Ερωτικό Λεξικό για την Ελλάδα γράφει ότι « είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που η Ελλάδα δεν εξάγει τους μύθους της σ’ όλο τον κόσμο αλλά εισάγει τον υπόλοιπο κόσμο, που έρχεται να αναζητήσει σ’ αυτή τους μύθους που την έχουν πια εγκαταλείψει».

Η παραγωγή, το φαγητό, η διατροφή είναι στοιχεία που πρέπει να αναδεικνύουν τον κοινωνικό και πολιτισμικό χαρακτήρα του κάθε τόπου. Οφείλουμε ως κοινωνία να διαφυλάξουμε αυτό τον χαρακτήρα. Ας εκμεταλλευτούμε τον αναγνωρισμένο πλέον πλούτο και την αξία των αγροτικών μας προϊόντων όσο και τη γενικότερη γαστρονομική κουλτούρα που έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται τα τελευταία χρόνια χάρις στην επινοητικότητα και το μεράκι των παραγωγών, των μαγείρων και των οινοποιών. Ας χτίσουμε με προσήνεια και αλληλοσεβασμό ένα σύγχρονο νόστιμο διατροφικό μέλλον για όλους.

Σας ευχαριστώ.